Κολλυριον

[<αρχ. κολλύριον, υποκορ. του κολλύρα] (το) ουσ. (Κ κολλύριον) φάρμακο για τα μάτια. ;-)

Σάββατο 2 Μαρτίου 2013

Βάνα Μπάρμπα


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου